Definition
▶
ευτυχισμένος
eftychismenos
Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που νιώθει ικανοποίηση και χαρά στη ζωή του.
Felice è la persona che prova soddisfazione e gioia nella sua vita.
▶
Αυτή η μέρα με έκανε ευτυχισμένο.
Questo giorno mi ha reso felice.
▶
Ο γάμος τους τους έκανε ευτυχισμένους.
Il loro matrimonio li ha resi felici.
▶
Ευτυχισμένος είναι όποιος έχει αληθινούς φίλους.
Felice è chi ha veri amici.