Definition
▶
επαφή
epafi
Επαφή είναι η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή άτομα έρχονται σε φυσική ή κοινωνική σύνδεση.
Il contatto è lo stato in cui due o più oggetti o persone entrano in connessione fisica o sociale.
▶
Η επαφή με τον γιατρό είναι σημαντική για την υγεία μας.
Il contatto con il medico è importante per la nostra salute.
▶
Πρέπει να διατηρούμε την επαφή με τους φίλους μας.
Dobbiamo mantenere il contatto con i nostri amici.
▶
Η επαφή των μαθητών με τη φύση είναι απαραίτητη για την εκπαίδευσή τους.
Il contatto degli studenti con la natura è essenziale per la loro educazione.