Definition
▶
αλληλεγγύη
allileggyi
Η αλληλεγγύη είναι η αίσθηση της υποστήριξης και της ενότητας μεταξύ των ανθρώπων, ειδικά σε δύσκολες στιγμές.
La solidarietà è il senso di supporto e unità tra le persone, specialmente nei momenti difficili.
▶
Η αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της κοινότητας μας είναι πολύ ισχυρή.
La solidarietà tra i membri della nostra comunità è molto forte.
▶
Σε καιρούς κρίσης, η αλληλεγγύη είναι πιο σημαντική από ποτέ.
In tempi di crisi, la solidarietà è più importante che mai.
▶
Η κυβέρνηση προώθησε προγράμματα που ενισχύουν την αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών.
Il governo ha promosso programmi che rafforzano la solidarietà tra i cittadini.