Definition
▶
αντίκτυπος
antíktypos
Ο αντίκτυπος είναι η επίδραση ή η συνέπεια που έχει μια συγκεκριμένη δράση ή γεγονός σε κάτι άλλο.
L'impatto è l'effetto o la conseguenza che ha un'azione o un evento specifico su qualcos'altro.
▶
Ο αντίκτυπος της απόφασης αυτής θα είναι σημαντικός για την οικονομία.
L'impatto di questa decisione sarà significativo per l'economia.
▶
Η επιστημονική έρευνα έχει μεγάλο αντίκτυπο στην υγεία των ανθρώπων.
La ricerca scientifica ha un grande impatto sulla salute delle persone.
▶
Η αλλαγή του κλίματος έχει σοβαρό αντίκτυπο στην γεωργία.
Il cambiamento climatico ha un serio impatto sull'agricoltura.