Definition
▶
καταλαβαίνω
katalaváino
Καταλαβαίνω σημαίνει ότι αντιλαμβάνομαι ή κατανοώ κάτι.
Capire significa che percepisco o comprendo qualcosa.
▶
Καταλαβαίνω την εξήγηση του δασκάλου.
Capisco la spiegazione dell'insegnante.
▶
Μπορείς να καταλάβεις αυτό το κείμενο;
Puoi capire questo testo?
▶
Δυσκολεύομαι να καταλάβω τα μαθηματικά.
Faccio fatica a capire la matematica.