Definition
▶
υποστήριξη
ypostírixi
Η υποστήριξη είναι η βοήθεια ή η ενίσχυση που παρέχεται σε κάποιον ή κάτι.
Il supporto è l'aiuto o il rinforzo fornito a qualcuno o a qualcosa.
▶
Η υποστήριξη από την οικογένειά μου ήταν καθοριστική για την επιτυχία μου.
Il supporto della mia famiglia è stato determinante per il mio successo.
▶
Αυτή η οργάνωση προσφέρει ψυχολογική υποστήριξη στους νέους.
Questa organizzazione offre supporto psicologico ai giovani.
▶
Η υποστήριξη που έλαβα από τους φίλους μου με βοήθησε σε δύσκολες στιγμές.
Il supporto che ho ricevuto dai miei amici mi ha aiutato nei momenti difficili.