Definition
▶
χαρούμενος
charoúmenos
Χαρούμενος είναι ο άνθρωπος που αισθάνεται ευχαρίστηση και ικανοποίηση.
Felice è la persona che prova piacere e soddisfazione.
▶
Ο Γιάννης είναι χαρούμενος γιατί κέρδισε το παιχνίδι.
Gianni è felice perché ha vinto la partita.
▶
Η Μαρία φαίνεται χαρούμενη όταν περνάει χρόνο με τους φίλους της.
Maria sembra felice quando trascorre tempo con i suoi amici.
▶
Τα παιδιά είναι χαρούμενα όταν παίζουν στο πάρκο.
I bambini sono felici quando giocano nel parco.