Definition
▶
παράξενος
paráxenos
Ο παράξενος είναι αυτός που είναι διαφορετικός ή μυστηριώδης, προκαλώντας απορία ή εντύπωση.
Il strano è colui che è diverso o misterioso, causando stupore o impressione.
▶
Ο καιρός σήμερα είναι πολύ παράξενος.
Il tempo oggi è molto strano.
▶
Αυτός ο πίνακας έχει μια παράξενη οπτική.
Questo dipinto ha una visione strana.
▶
Η ιστορία που μου είπε ήταν πραγματικά παράξενη.
La storia che mi ha raccontato era davvero strana.