Definition
▶
βιοποικιλότητα
viopikilitótiτα
Η βιοποικιλότητα αναφέρεται στην ποικιλία των ζωντανών οργανισμών σε ένα οικοσύστημα, συμπεριλαμβανομένων των φυτών, των ζώων και των μικροοργανισμών.
La biodiversità si riferisce alla varietà degli organismi viventi in un ecosistema, inclusi piante, animali e microrganismi.
▶
Η βιοποικιλότητα είναι κρίσιμη για την ισορροπία των οικοσυστημάτων.
La biodiversità è fondamentale per l'equilibrio degli ecosistemi.
▶
Η απώλεια βιοποικιλότητας μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
La perdita di biodiversità può avere gravi conseguenze sull'ambiente.
▶
Η προστασία της βιοποικιλότητας είναι απαραίτητη για τις μελλοντικές γενιές.
La protezione della biodiversità è necessaria per le generazioni future.