Definition
▶
παρρησία
parrisía
Η παρρησία είναι η ειλικρίνεια και η ελευθερία έκφρασης χωρίς φόβο ή περιορισμούς.
La parresia è l'onestà e la libertà di espressione senza paura o restrizioni.
▶
Η παρρησία είναι απαραίτητη για μια υγιή συζήτηση.
L'onestà è essenziale per una discussione sana.
▶
Μιλώντας με παρρησία, εξέφρασε τις αληθινές του απόψεις.
Parlando con sincerità, ha espresso le sue vere opinioni.
▶
Η παρρησία μπορεί να είναι δύσκολη σε ορισμένες καταστάσεις.
L'onestà può essere difficile in alcune situazioni.