Definition
▶
παρατηρητικότητα
paratiritikotita
Η παρατηρητικότητα είναι η ικανότητα να παρατηρείς και να κατανοείς λεπτομέρειες γύρω σου.
La capacità di osservare e comprendere i dettagli che ti circondano.
▶
Η παρατηρητικότητά του τον βοήθησε να παρατηρήσει τις αλλαγές στη συμπεριφορά των παιδιών.
La sua capacità di osservazione lo ha aiutato a notare i cambiamenti nel comportamento dei bambini.
▶
Η παρατηρητικότητα είναι σημαντική για τους επιστήμονες που κάνουν έρευνα.
La capacità di osservazione è importante per gli scienziati che conducono ricerche.
▶
Αυτή η φωτογραφία αποδεικνύει την παρατηρητικότητα του καλλιτέχνη.
Questa fotografia dimostra la capacità di osservazione dell'artista.