Definition
▶
λυπημένος
lypimenos
Λυπημένος είναι αυτός που αισθάνεται θλίψη ή λύπη.
Triste è colui che prova tristezza o dolore.
▶
Ο Γιάννης είναι λυπημένος επειδή έχασε τον αγαπημένο του σκύλο.
Gianni è triste perché ha perso il suo amato cane.
▶
Η Μαρία φαίνεται λυπημένη σήμερα, ίσως έχει κάποιο πρόβλημα.
Maria sembra triste oggi, forse ha qualche problema.
▶
Πάντα είναι λυπημένος όταν σκέφτεται τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος.
È sempre triste quando pensa ai momenti difficili del passato.