Definition
▶
ταλέντο
talento
Ταλέντο είναι η φυσική ικανότητα ή η έμφυτη ικανότητα που έχει κάποιος σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή τομέα.
Il talento è la capacità naturale o l'abilità innata che qualcuno ha in una particolare attività o campo.
▶
Η Μαρία έχει ταλέντο στη μουσική και παίζει πιάνο εξαιρετικά.
Maria ha talento per la musica e suona il pianoforte in modo eccellente.
▶
Ο Γιώργος ανακάλυψε το ταλέντο του στη ζωγραφική από μικρός.
Giorgio ha scoperto il suo talento per la pittura sin da piccolo.
▶
Η επιτυχία του οφείλεται στο ταλέντο και στη σκληρή δουλειά του.
Il suo successo è dovuto al talento e al duro lavoro.