Definition
▶
κατακλυσμός
kataklysmós
Ο κατακλυσμός είναι μια μεγάλη και έντονη ροή νερού που πλημμυρίζει περιοχές και προκαλεί σοβαρές ζημιές.
Il diluvio è un grande e intenso flusso d'acqua che allaga aree e provoca gravi danni.
▶
Ο κατακλυσμός που προήλθε από την καταιγίδα κατέστρεψε πολλά σπίτια.
Il diluvio causato dalla tempesta ha distrutto molte case.
▶
Μετά τον κατακλυσμό, η κυβέρνηση κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Dopo il diluvio, il governo ha dichiarato lo stato di emergenza.
▶
Οι κάτοικοι ήταν προετοιμασμένοι για τον κατακλυσμό και είχαν πάρει τα μέτρα τους.
I residenti erano preparati per il diluvio e avevano preso le loro precauzioni.