Definition
▶
αναμονή
anamoní
Η αναμονή είναι η κατάσταση κατά την οποία κάποιος περιμένει για κάτι ή κάποιον.
L'attesa è la condizione in cui qualcuno aspetta qualcosa o qualcuno.
▶
Η αναμονή στο αεροδρόμιο ήταν πολύ κουραστική.
L'attesa all'aeroporto è stata molto stancante.
▶
Είμαι σε αναμονή για την απάντηση της αίτησής μου.
Sono in attesa della risposta alla mia domanda.
▶
Η αναμονή για το λεωφορείο διαρκεί πάντα πολύ.
L'attesa per l'autobus dura sempre molto.