Definition
▶
ευφάνταστος
efántastos
Ο όρος 'ευφάνταστος' αναφέρεται σε κάποιον που έχει πλούσια φαντασία και δημιουργικές ιδέες.
Il termine 'imaginativo' si riferisce a qualcuno che ha una ricca immaginazione e idee creative.
▶
Ο μικρός Αλέξανδρος είναι ευφάνταστος και πάντα έχει ενδιαφέρουσες ιστορίες να πει.
Il piccolo Alessandro è immaginativo e ha sempre storie interessanti da raccontare.
▶
Η ευφάνταστη σχεδίαση του λογότυπου εντυπωσίασε όλους.
Il design imaginative del logo ha impressionato tutti.
▶
Η δασκάλα εκτίμησε την ευφάνταστη εργασία του μαθητή.
L'insegnante ha apprezzato il lavoro imaginative dello studente.