Definition
▶
εμπειρία
empeiría
Η εμπειρία είναι η γνώση ή η ικανότητα που αποκτάται μέσω της άμεσης συμμετοχής ή της πρακτικής.
経験は、直接的な参加や実践を通じて得られる知識や能力です。
▶
Η εμπειρία μου στη δουλειά με βοήθησε να αναπτύξω νέες δεξιότητες.
私の仕事の経験は新しいスキルを身につけるのに役立ちました。
▶
Η εμπειρία του ταξιδιού στην Ευρώπη ήταν εκπληκτική.
ヨーロッパ旅行の経験は素晴らしかったです。
▶
Με την εμπειρία που έχω, μπορώ να δώσω καλές συμβουλές στους νέους.
私の経験をもとに、若者たちに良いアドバイスができます。