Definition
▶
διαμεσολάβηση
diamesolávisi
Η διαμεσολάβηση είναι η διαδικασία κατά την οποία ένα τρίτο πρόσωπο βοηθά στη λύση διαφορών ή συγκρούσεων μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών.
調停とは、第三者が2つ以上の当事者間の対立や争いの解決を助けるプロセスです。
▶
Η διαμεσολάβηση ήταν επιτυχής και οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία.
調停は成功し、双方が合意に達しました。
▶
Ο δικαστής πρότεινε διαμεσολάβηση πριν προχωρήσουν σε δίκη.
裁判官は裁判に進む前に調停を提案しました。
▶
Η διαμεσολάβηση μπορεί να είναι μια αποτελεσματική μέθοδος επίλυσης διαφορών.
調停は対立を解決するための効果的な方法である可能性があります。