Definition
▶
πάμε
pame
Η λέξη 'πάμε' χρησιμοποιείται για να προσκαλέσει κάποιον να ξεκινήσει ή να συμμετάσχει σε μια δραστηριότητα.
「πάμε」という言葉は、誰かに活動を始めたり参加したりするように促すために使用されます。
▶
Πάμε στην παραλία να κολυμπήσουμε;
ビーチに行って泳ぎましょうか?
▶
Πάμε για καφέ μετά τη δουλειά;
仕事の後にコーヒーを飲みに行きましょうか?
▶
Πάμε να δούμε μια ταινία το βράδυ;
今晩映画を見に行きましょうか?