Definition
▶
αλλά
alla
Η λέξη "αλλά" χρησιμοποιείται για να δηλώσει αντίθεση ή αλλαγή κατεύθυνσης στη σκέψη ή στην πρόταση.
「αλλά」という言葉は、思考や文の方向性の対立や変更を示すために使用されます。
▶
Ήθελα να πάω στον κινηματογράφο, αλλά δεν είχα λεφτά.
映画館に行きたかったが、お金がなかった。
▶
Είναι καλός μαθητής, αλλά δεν προσέχει στην τάξη.
彼は良い生徒だが、授業に集中していない。
▶
Ο καιρός ήταν ωραίος, αλλά αποφασίσαμε να μείνουμε σπίτι.
天気は良かったが、私たちは家にいることに決めた。