Definition
▶
γοητευτικός
goiteftikos
Ο όρος 'γοητευτικός' αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που ασκεί γοητεία ή έλξη.
「魅力的」という言葉は、魅力や引力を持つ人や物を指します。
▶
Ο νέος είναι πολύ γοητευτικός και όλοι τον προσέχουν.
その若者はとても魅力的で、みんなが彼に注目しています。
▶
Η γιορτή ήταν γοητευτική, με υπέροχες διακοσμήσεις και μουσική.
そのパーティーは魅力的で、素晴らしい装飾と音楽がありました。
▶
Η ταινία είχε έναν γοητευτικό πρωταγωνιστή που κέρδισε τις καρδιές του κοινού.
その映画には魅力的な主演がいて、観客の心をつかみました。