Definition
▶
ανατροπή
anatropí
Μια διαδικασία ή γεγονός που οδηγεί στην ανατροπή ή την αλλαγή μιας εξουσίας ή κυβέρνησης.
権力や政府を覆す、または変えるプロセスや出来事。
▶
Η ανατροπή της κυβέρνησης το 1974 άλλαξε την ιστορία της χώρας.
1974年の政府の overthrow は国の歴史を変えました。
▶
Η επανάσταση οδήγησε σε μια μεγάλη ανατροπή στο πολιτικό σύστημα.
革命は政治システムに大きな overthrow をもたらしました。
▶
Η ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος έγινε με την υποστήριξη του λαού.
独裁政権の overthrow は国民の支持を受けて行われました。