Definition
▶
παραδοσιακός
paradosiakós
Ο όρος 'παραδοσιακός' αναφέρεται σε κάτι που σχετίζεται με τις παραδόσεις και τις συνήθειες ενός πολιτισμού ή μιας κοινότητας.
「伝統的な」という言葉は、文化やコミュニティの伝統や習慣に関連するものを指します。
▶
Η ελληνική μουσική είναι πολύ παραδοσιακή και έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία.
ギリシャ音楽は非常に伝統的で、歴史に深いルーツがあります。
▶
Στο χωριό μας, γιορτάζουμε πάντα τις παραδοσιακές γιορτές με φαγητό και χορούς.
私たちの村では、伝統的な祭りを食べ物や踊りでいつも祝います。
▶
Αυτή η συνταγή είναι παραδοσιακή και περνάει από γενιά σε γενιά.
このレシピは伝統的で、世代から世代へと受け継がれています。