Definition
▶
εύκολος
éfkolos
Ο όρος 'εύκολος' αναφέρεται σε κάτι που δεν απαιτεί μεγάλη προσπάθεια ή είναι απλό να πραγματοποιηθεί.
「 εύκολος」という言葉は、大きな努力を必要とせず、実行が簡単なものを指します。
▶
Αυτή η συνταγή είναι πολύ εύκολη.
このレシピはとても簡単です。
▶
Η εξέταση ήταν εύκολη και την πέρασα χωρίς πρόβλημα.
テストは簡単だったので、問題なく合格しました。
▶
Το μάθημα ήταν εύκολο και κατάλαβα γρήγορα.
授業は簡単で、すぐに理解できました。