Definition
▶
προοπτική
prooptikí
Η προοπτική αναφέρεται στη συγκεκριμένη γωνία ή θέση από την οποία βλέπουμε ή κατανοούμε κάτι.
視点とは、私たちが何かを見るまたは理解する特定の角度や位置を指します。
▶
Η προοπτική αυτού του πίνακα είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
この絵の視点は非常に興味深いです。
▶
Ανάλογα με την προοπτική σου, μπορείς να δεις διαφορετικές πτυχές του προβλήματος.
あなたの視点によって、問題の異なる側面を見ることができます。
▶
Η προοπτική του συγγραφέα μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορία.
著者の視点は、私たちが物語をよりよく理解するのに役立ちます。