Definition
▶
πάω
pao
Η λέξη 'πάω' σημαίνει την κίνηση ή την μετακίνηση από ένα σημείο σε άλλο.
「πάω」は、ある地点から別の地点への移動または移動を意味します。
▶
Πάω στο σχολείο κάθε μέρα.
私は毎日学校に行きます。
▶
Αύριο θα πάω για ψώνια.
明日買い物に行きます。
▶
Θέλω να πάω στην παραλία το Σαββατοκύριακο.
週末にビーチに行きたいです。