Definition
▶
καθημερινός
kathimerinós
Ο όρος 'καθημερινός' αναφέρεται σε κάτι που συμβαίνει ή επαναλαμβάνεται καθημερινά, δηλαδή είναι μέρος της καθημερινής ζωής.
「καθημερινός」は、毎日起こる、または繰り返されることを指し、日常生活の一部です。
▶
Η καθημερινή ρουτίνα μου περιλαμβάνει το πρωινό τρέξιμο.
私の日常のルーティンには朝のランニングが含まれています。
▶
Αγοράζω καθημερινά φρούτα από την αγορά.
私は毎日市場で果物を買います。
▶
Η καθημερινή ενημέρωση ειδήσεων είναι σημαντική.
日常のニュースの更新は重要です。