Definition
▶
παροχή
parochí
Η παροχή αναφέρεται στην προσφορά ή διάθεση αγαθών ή υπηρεσιών.
공급은 상품이나 서비스의 제공 또는 분배를 의미합니다.
▶
Η παροχή νερού στην περιοχή είναι περιορισμένη.
이 지역의 물 공급은 제한적입니다.
▶
Η παροχή τροφίμων στους πρόσφυγες είναι απαραίτητη.
난민들에게 식량 공급이 필요합니다.
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε παροχές για τις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα.
정부는 저소득 가정을 위한 지원을 발표했습니다.