Definition
▶
ενίσχυση
eníschysi
Η ενίσχυση είναι η διαδικασία ή η πράξη που αποσκοπεί στην αύξηση της δύναμης, της αντοχής ή της αποτελεσματικότητας ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης.
강화는 물체나 상황의 힘, 내구성 또는 효율성을 증가시키기 위한 과정이나 행위입니다.
▶
Η ενίσχυση των τοίχων του σπιτιού είναι απαραίτητη για να αντέξει σε σεισμούς.
집의 벽을 강화하는 것은 지진에 견딜 수 있도록 하는 데 필요합니다.
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα ενίσχυσης της εκπαίδευσης.
정부는 교육 강화를 위한 프로그램을 발표했습니다.
▶
Η ενίσχυση της άμυνας της χώρας είναι προτεραιότητα.
국가의 방어 강화를 최우선 과제로 삼고 있습니다.