Definition
▶
γοητευτικός
goiteftikos
Ο όρος 'γοητευτικός' αναφέρεται σε κάτι ή κάποιον που ασκεί γοητεία και προσελκύει τους άλλους με την προσωπικότητά του ή την εμφάνισή του.
이 용어 '매력적인'은 어떤 것 또는 누군가가 그들의 성격이나 외모로 다른 사람들을 매료시키고 끌어당기는 것을 의미합니다.
▶
Η νέα ταινία ήταν γοητευτική και κράτησε το ενδιαφέρον μου από την αρχή μέχρι το τέλος.
새 영화는 매력적이어서 처음부터 끝까지 내 관심을 끌었습니다.
▶
Ο Δημήτρης είναι γοητευτικός άνθρωπος, πάντα ξέρει πώς να κερδίσει τους άλλους.
디미트리스는 매력적인 사람이며 항상 다른 사람들을 사로잡는 방법을 알고 있습니다.
▶
Η γοητευτική μουσική του συγκροτήματος μας έκανε να χορέψουμε όλη τη νύχτα.
그 밴드의 매력적인 음악은 우리를 밤새 춤추게 만들었습니다.