Definition
▶
ενθουσιώδης
enthousiódis
Ο όρος 'ενθουσιώδης' αναφέρεται σε κάποιον που έχει έντονο ενθουσιασμό ή πάθος για κάτι.
이 단어는 무언가에 대해 강한 열정이나 흥분을 가진 사람을 나타냅니다.
▶
Είναι ενθουσιώδης για το νέο του έργο και δουλεύει σκληρά.
그는 새로운 프로젝트에 열정적이며 열심히 일하고 있습니다.
▶
Η ενθουσιώδης υποδοχή του κοινού έκανε τη συναυλία ακόμα πιο ειδική.
관객의 열정적인 환영이 콘서트를 더욱 특별하게 만들었습니다.
▶
Τα παιδιά ήταν ενθουσιώδης κατά την εκδρομή τους στο ζωολογικό κήπο.
아이들은 동물원으로의 소풍에 열정적이었습니다.