Definition
▶
αναπτύσσω
anaptyssó
Η διαδικασία με την οποία προχωράμε σε μια μεγαλύτερη ή πιο εξελιγμένη κατάσταση ή μορφή.
보다 발전된 상태나 형태로 나아가는 과정.
▶
Η εταιρεία αναπτύσσει νέα προϊόντα κάθε χρόνο.
회사는 매년 새로운 제품을 개발합니다.
▶
Η κυβέρνηση προσπαθεί να αναπτύσσει την οικονομία της χώρας.
정부는 국가의 경제를 발전시키려 노력하고 있습니다.
▶
Οι επιστήμονες αναπτύσσουν νέες τεχνολογίες για την υγειονομική περίθαλψη.
과학자들은 의료를 위한 새로운 기술을 개발하고 있습니다.