Definition
▶
χάπια
chápia
Τα χάπια είναι μορφή φαρμάκου που λαμβάνεται από το στόμα για την πρόληψη ή τη θεραπεία ασθενειών.
알약은 질병의 예방이나 치료를 위해 입으로 복용하는 약물의 형태입니다.
▶
Ο γιατρός μου είπε να πάρω τρία χάπια την ημέρα.
의사가 나에게 하루에 세 알약을 복용하라고 했습니다.
▶
Πρέπει να πάρω το χάπι μου πριν από το φαγητό.
나는 식사 전에 알약을 복용해야 합니다.
▶
Τα χάπια αυτά βοηθούν στη μείωση του πόνου.
이 알약은 통증을 줄이는 데 도움이 됩니다.