Definition
▶
χαρούμενος
charoúmenos
Χαρούμενος είναι αυτός που αισθάνεται ευτυχία και ικανοποίηση.
행복한 사람은 행복과 만족을 느끼는 사람입니다.
▶
Ο Γιάννης είναι χαρούμενος σήμερα γιατί πέρασε καλά στο πάρτι.
얀니스는 오늘 파티에서 잘 지내서 행복합니다.
▶
Η Μαρία ήταν χαρούμενη όταν έλαβε το δώρο της.
마리아는 선물을 받아서 행복했습니다.
▶
Τα παιδιά ήταν χαρούμενα που πήγαν στην παραλία.
아이들은 해변에 가서 행복했습니다.