Definition
▶
εύκολος
éfkolos
Ο όρος 'εύκολος' αναφέρεται σε κάτι που μπορεί να γίνει ή να κατανοηθεί χωρίς δυσκολία.
용이하다는 것은 어렵지 않게 이루어지거나 이해될 수 있는 것을 말합니다.
▶
Αυτή η άσκηση είναι πολύ εύκολη.
이 연습은 매우 쉬워요.
▶
Το να μάθεις να οδηγείς είναι εύκολο αν έχεις δάσκαλο.
운전 배우는 것은 선생님이 있으면 쉽습니다.
▶
Το βιβλίο είναι γραμμένο σε εύκολη γλώσσα.
그 책은 쉬운 언어로 쓰여 있습니다.