Definition
▶
θλιμμένος
thlimmenos
Ο θλιμμένος είναι κάποιος που αισθάνεται λύπη ή στενοχώρια.
슬픈 사람은 슬픔이나 괴로움을 느끼는 사람입니다.
▶
Αυτή η ταινία είναι πολύ θλιμμένη και με έκανε να κλάψω.
이 영화는 매우 슬퍼서 나를 울게 만들었습니다.
▶
Ο φίλος μου ήταν θλιμμένος μετά την αποτυχία του.
내 친구는 실패한 후에 슬펐습니다.
▶
Η θλιμμένη μουσική που άκουγα την ώρα του αποχαιρετισμού με συγκίνησε.
작별 인사할 때 듣던 슬픈 음악이 나를 감동시켰습니다.