Definition
▶
ειρηνικά
eiriniká
Η λέξη 'ειρηνικά' σημαίνει να ενεργείς ή να συμβαδίζεις με ειρηνικό τρόπο, χωρίς συγκρούσεις ή βία.
이 단어 'ειρηνικά'는 갈등이나 폭력 없이 평화롭게 행동하거나 지내는 것을 의미합니다.
▶
Η οικογένεια συμφώνησε να λύσει τις διαφορές τους ειρηνικά.
가족은 그들의 갈등을 평화롭게 해결하기로 합의했습니다.
▶
Ο διάλογος πρέπει να διεξάγεται ειρηνικά για να έχουμε θετικά αποτελέσματα.
대화는 긍정적인 결과를 얻기 위해 평화롭게 진행되어야 합니다.
▶
Η ειρηνική διαμαρτυρία συγκέντρωσε πολλούς υποστηρικτές.
평화로운 시위는 많은 지지자를 모았습니다.