Definition
▶
κατακλυσμός
kataklysmós
Κατακλυσμός είναι η κατάσταση κατά την οποία το νερό πλημμυρίζει μια περιοχή, συνήθως ως αποτέλεσμα έντονης βροχόπτωσης ή τήξης χιονιού.
범람은 일반적으로 강한 비나 눈 녹음으로 인해 물이 지역을 침수시키는 상태입니다.
▶
Ο κατακλυσμός που συνέβη τον περασμένο μήνα προκάλεσε πολλές ζημιές.
지난달 발생한 홍수는 많은 피해를 일으켰습니다.
▶
Η κυβέρνηση αντέδρασε γρήγορα στον κατακλυσμό, στέλνοντας βοήθεια στους πληγέντες.
정부는 피해자들에게 도움을 보내며 홍수에 신속하게 대응했습니다.
▶
Μετά τον κατακλυσμό, οι κάτοικοι έπρεπε να καθαρίσουν τα σπίτια τους από τη λάσπη.
홍수 이후 주민들은 집에서 진흙을 청소해야 했습니다.