Definition
▶
αργά
arga
Η λέξη 'αργά' σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει ή γίνεται σε αργό ρυθμό ή ότι είναι αργά σε σχέση με τον καθορισμένο χρόνο.
단어 'αργά'는 어떤 일이 느린 속도로 일어나거나 정해진 시간에 비해 늦게 이루어짐을 의미합니다.
▶
Έφτασα αργά στη δουλειά σήμερα.
오늘 직장에 늦게 도착했습니다.
▶
Πρέπει να τελειώσω αυτή τη δουλειά, αλλά εργάζομαι αργά.
이 일을 끝내야 하지만, 나는 천천히 일하고 있습니다.
▶
Η ταινία αρχίζει αργά το βράδυ.
영화는 늦은 저녁에 시작합니다.