Definition
▶
Ένα
Ena
Ένα είναι το αόριστο άρθρο που χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει ένα αντικείμενο ή μια έννοια στον ενικό αριθμό.
Um é o artigo indefinido usado para indicar um objeto ou um conceito no singular.
▶
Ένα αυτοκίνητο σταθμεύει μπροστά από το σπίτι.
Um carro está estacionado em frente à casa.
▶
Θέλω να αγοράσω ένα βιβλίο.
Quero comprar um livro.
▶
Είδα ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ χθες.
Vi um documentário interessante ontem.