Definition
▶
χέρι
chéri
Το χέρι είναι το άκρο του σώματος που περιλαμβάνει τον καρπό, την παλάμη και τα δάχτυλα, και χρησιμοποιείται για να κρατάμε και να χειριζόμαστε αντικείμενα.
A mão é a extremidade do corpo que inclui o pulso, a palma e os dedos, e é usada para segurar e manusear objetos.
▶
Χρειάζομαι το χέρι σου για να σηκώσω αυτό το βαρύ κιβώτιο.
Eu preciso da sua mão para levantar esta caixa pesada.
▶
Έβαλα το χέρι μου στη φωτιά και κάηκα.
Coloquei minha mão no fogo e me queimei.
▶
Η ζωγράφος δημιούργησε ένα όμορφο έργο τέχνης με το χέρι της.
A artista criou uma bela obra de arte com sua mão.