Definition
▶
αγάπη
agápi
Η αγάπη είναι το συναίσθημα της βαθιάς στοργής και αφοσίωσης προς κάποιον ή κάτι.
O amor é o sentimento de profundo carinho e dedicação por alguém ou algo.
▶
Η αγάπη που νιώθω για την οικογένειά μου είναι ανεκτίμητη.
O amor que sinto pela minha família é inestimável.
▶
Η αγάπη απαιτεί υπομονή και κατανόηση.
O amor requer paciência e compreensão.
▶
Η αγάπη είναι αυτό που μας ενώνει ως κοινωνία.
O amor é o que nos une como sociedade.