Definition
▶
συγκοινωνία
sygkoinonía
Η συγκοινωνία αναφέρεται στη μεταφορά ανθρώπων ή αγαθών από έναν τόπο σε έναν άλλο.
O transporte refere-se ao deslocamento de pessoas ou bens de um lugar para outro.
▶
Η συγκοινωνία στην πόλη μας είναι πολύ καλή.
O transporte na nossa cidade é muito bom.
▶
Χρειάζομαι να χρησιμοποιήσω τη συγκοινωνία για να πάω στη δουλειά.
Preciso usar o transporte para ir ao trabalho.
▶
Η δημόσια συγκοινωνία είναι οικονομική και βολική.
O transporte público é econômico e conveniente.