Definition
▶
καθολικότητα
katholikótita
Η καθολικότητα αναφέρεται στην ποιότητα του να είναι κάτι γενικό ή παγκόσμιο, που ισχύει για όλους ή για πολλές περιπτώσεις.
A universalidade refere-se à qualidade de algo ser geral ou global, aplicando-se a todos ou a muitos casos.
▶
Η καθολικότητα των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι θεμελιώδης για την ειρηνική συμβίωση.
A universalidade dos direitos humanos é fundamental para a convivência pacífica.
▶
Η ιδέα της καθολικότητας στην επιστήμη βοηθά στην ανάπτυξη παγκόσμιων θεωριών.
A ideia de universalidade na ciência ajuda no desenvolvimento de teorias globais.
▶
Η καθολικότητα της αγάπης είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλούς φιλοσόφους.
A universalidade do amor é um tema que preocupa muitos filósofos.