Definition
▶
διαφορετικός
diaforetikos
Ο όρος 'διαφορετικός' αναφέρεται σε κάτι που δεν είναι το ίδιο με κάτι άλλο, που έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες.
O termo 'diferente' refere-se a algo que não é o mesmo que outra coisa, que possui características ou propriedades distintas.
▶
Αυτό το ρούχο είναι διαφορετικό από το άλλο που αγόρασα.
Esta roupa é diferente da outra que comprei.
▶
Έχουν διαφορετικές απόψεις για το θέμα.
Eles têm opiniões diferentes sobre o assunto.
▶
Η νέα ταινία είναι πολύ διαφορετική από την προηγούμενη.
O novo filme é muito diferente do anterior.