Definition
▶
αξιοπρέπεια
axioprepeia
Η αξία και η αυτοεκτίμηση που έχει ένα άτομο ή μια ομάδα, ανεξαρτήτως των συνθηκών.
O valor e a autoestíma que uma pessoa ou grupo possui, independentemente das circunstâncias.
▶
Η αξιοπρέπεια είναι βασική για την ανθρώπινη ύπαρξη.
A dignidade é fundamental para a existência humana.
▶
Πρέπει να σεβόμαστε την αξιοπρέπεια κάθε ατόμου.
Devemos respeitar a dignidade de cada pessoa.
▶
Η αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από την κοινωνική θέση.
A dignidade não depende da posição social.