Definition
▶
αναζήτηση
anazítisi
Η αναζήτηση είναι η διαδικασία της ανακάλυψης ή της εύρεσης πληροφοριών ή αντικειμένων.
A busca é o processo de descoberta ou localização de informações ou objetos.
▶
Η αναζήτηση για την ιδανική εργασία μπορεί να είναι δύσκολη.
A busca pelo emprego ideal pode ser difícil.
▶
Έκανα μια αναζήτηση στο διαδίκτυο για να βρω συνταγές.
Fiz uma busca na internet para encontrar receitas.
▶
Η αναζήτηση του χαμένου βιβλίου κράτησε ώρες.
A busca pelo livro perdido levou horas.