Definition
▶
συνείδηση
syneídisi
Η συνείδηση είναι η κατάσταση της αυτογνωσίας και της αντίληψης του εαυτού και του περιβάλλοντος.
A consciência é o estado de autoconhecimento e percepção de si mesmo e do ambiente.
▶
Η συνείδηση του καθήκοντος τον οδήγησε να βοηθήσει τους άλλους.
A consciência do dever o levou a ajudar os outros.
▶
Η συνείδηση της ύπαρξης είναι θεμελιώδης για την ανθρώπινη εμπειρία.
A consciência da existência é fundamental para a experiência humana.
▶
Η αναγνώριση των συναισθημάτων μας απαιτεί συνείδηση.
O reconhecimento de nossos sentimentos exige consciência.