Definition
▶
αφηρημένος
afiriménos
Ο όρος 'αφηρημένος' αναφέρεται σε κάτι που δεν έχει συγκεκριμένη μορφή ή χαρακτηριστικά και συνήθως σχετίζεται με ιδέες ή έννοιες που δεν είναι χειροπιαστές.
O termo 'abstrato' refere-se a algo que não tem forma ou características específicas e geralmente está relacionado a ideias ou conceitos que não são tangíveis.
▶
Η τέχνη του 20ού αιώνα συχνά είναι αφηρημένη, με έμφαση στις έννοιες παρά στις λεπτομέρειες.
A arte do século 20 é frequentemente abstrata, com ênfase nas ideias em vez dos detalhes.
▶
Ο αφηρημένος στοχασμός απαιτεί φαντασία και δημιουργικότητα.
O pensamento abstrato requer imaginação e criatividade.
▶
Η μαθηματική θεωρία μπορεί να είναι πολύ αφηρημένη και δύσκολη για να κατανοηθεί.
A teoria matemática pode ser muito abstrata e difícil de entender.