Definition
▶
ακούω
akoúo
Το ακούω σημαίνει να αντιλαμβάνομαι ήχους ή φωνές μέσω της ακοής.
Ouvir significa perceber sons ou vozes através da audição.
▶
Ακούω τη μουσική από το δωμάτιο.
Eu ouço a música do quarto.
▶
Ακούω τον πατέρα μου να μιλάει στο τηλέφωνο.
Eu ouço meu pai falando ao telefone.
▶
Ακούω τα πουλιά να κελαηδούν το πρωί.
Eu ouço os pássaros cantando de manhã.